WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νόσος

noun

νόσοςΑσθένεια ή πάθηση του σώματος ή του οργανισμού.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1756 · 10 Απριλίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα