WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νότοι

noun

νότοιΟι νότοι είναι οι νότιοι άνεμοι, δηλαδή άνεμοι που φυσούν από τον νότο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1088 · 11 Ιουνίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα