ˈniɱ.fi
Ετυμολογίανύμφη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νύμφη
- δευτερεύουσα θεά της φύσης της ελληνικής μυθολογίας
- χαρακτηρισμός ωραίας νέας γυναίκας
- χαρακτηρισμός παράλιας πόλης
“η νύμφη του Θερμαϊκού (η Θεσσαλονίκη)”
“η νύμφη του Παγασητικού (ο Βόλος)”
- η Εκκλησία
- μοναχή
- χρυσαλλίδα, η κάμπια των εντόμων στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής τους
Τύποινύμφη(singular, nominative) · νύμφες(nominative, plural) · νύμφης(genitive, singular) · νυμφών(genitive, plural) · νύμφη(accusative, singular) · νύμφες(accusative, plural) · νύμφη(singular, vocative) · νύμφες(vocative, plural) · νύμφη(feminine)