WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξάπλα

noun

ξάπλαΗ στάση ή κατάσταση του να είσαι ξαπλωμένος/η, συνήθως για ξεκούραση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #485 · 17 Οκτωβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα