WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξέβγα

noun

ξέβγαΞέβγα: το νερό/υγρό με το οποίο ξεπλένουμε κάτι ή το ξέπλυμα (π.χ. των μαλλιών).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1631 · 6 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα