ˈkse.nos
Ετυμολογίαξένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξένος (φιλοξενούμενος) < προελληνική
- που προέρχεται από άλλο τόπο
“Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;”
- που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
“ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο”
- που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος/εξοικειωμένη μαζί του
“Μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες.”
- που ανήκει σε κάποιον άλλο
“Δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα.”
“Ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους.”
- για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο
“τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα”
- αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο
“Άνοιξε ο ξένος μαγαζί στο νησί μας και περιμένει να πάει καλά!”
- αλλοδαπός
“Δεν ξέρει από ελληνικά γλέντια ο άνθρωπος, είναι ξένος.”
- αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια
“Δε θέλω να λες σε ξένους τα οικογενειακά μας.”
- φιλοξενούμενος
“Καλύτερα σε μια βδομάδα, γιατί αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε ξένους στο σπίτι.”
Τύποιξένος(masculine, singular, nominative) · ξένη(feminine, singular, nominative) · ξένο(neuter, singular, nominative) · ξένη(singular, feminine, nominative) · ξένο(singular, nominative, neuter) · ξένου(masculine, genitive, singular) · ξένης(genitive, singular, feminine) · ξένου(genitive, singular, neuter) · ξένο(accusative, masculine, singular) · ξένη(accusative, singular, feminine) · ξένο(accusative, singular, neuter) · ξένε(masculine, singular, vocative) · ξένη(singular, feminine, vocative) · ξένο(singular, vocative, neuter) · ξένοι(masculine, nominative, plural) · ξένες(feminine, nominative, plural) · ξένα(nominative, neuter, plural) · ξένων(masculine, genitive, plural) · ξένων(genitive, feminine, plural) · ξένων(genitive, neuter, plural)