WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξέρει

verb

ξέρειΤρίτο ενικό του «ξέρω»: γνωρίζει κάτι, έχει γνώση ή πληροφορία.

Daily Puzzle #1696 · 9 Φεβρουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα