Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΕΛΕΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξελέω
ξελέω
—
αναιρώ κάτι που έχω πει, κάτι που έχω συμφωνήσει ή που έχω υποσχεθεί
Λεξικό
Ετυμολογία
ξελέω < ξε- + λέω
verb
αναιρώ κάτι που έχω πει, κάτι που έχω συμφωνήσει ή που έχω υποσχεθεί
“είπα, ξείπα”
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#581 · 21 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις