Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΕΡΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξερού
ξερού
—
γενική ενικού του ξερός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ξερού < γενική ενικού του αρσενικού Ξερός
adj
genitive, singular
γενική ενικού του ξερός
genitive, singular
γενική ενικού του ξερό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Ξερού
(feminine)
·
Ξερός
(masculine)
·
Xerou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#334 · 19 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις