Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΕΣΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξεστό
noun
ξεστό
—
Ποτήρι ή κύπελλο με λαβή, συνήθως για κρασί ή μπίρα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ξεστός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ξεστός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#596 · 5 Φεβρουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις