WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξεστό

noun

ξεστόΠοτήρι ή κύπελλο με λαβή, συνήθως για κρασί ή μπίρα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #596 · 5 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα