WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξηρής

adjective

ξηρήςΓενική ενικού του «ξηρός»: που δεν έχει υγρασία, στεγνός.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #64 · 22 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα