Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΗΡΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξηρής
adjective
ξηρής
—
Γενική ενικού του «ξηρός»: που δεν έχει υγρασία, στεγνός.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ξηρής < → λείπει η ετυμολογία
adj
genitive, singular
γενική ενικού του ξηρή
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Ξηρής
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#64 · 22 Αυγούστου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις