Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΥΣΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξυστά
adverb
ξυστά
—
Ξυστά: με ξύσιμο, πολύ κοντά ή «στο όριο», π.χ. πέρασε ξυστά από το αυτοκίνητο.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ξυστά < ξυστός
adv
ακουμπιστά με μεγάλη ορμή χωρίς σύγκρουση
“Αυτή η μπαλιά πέρασε ξυστά από δίπλα μου!”
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1148 · 10 Αυγούστου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
skim
English