WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξυστά

adverb

ξυστάΞυστά: με ξύσιμο, πολύ κοντά ή «στο όριο», π.χ. πέρασε ξυστά από το αυτοκίνητο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1148 · 10 Αυγούστου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα