Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΞΥΣΤΆ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ξυστά
5 letters
·
Ελληνικά
adverb
ξυστά
—
Ξυστά: με ξύσιμο, πολύ κοντά ή «στο όριο», π.χ. πέρασε ξυστά από το αυτοκίνητο.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
ξυστά < ξυστός
adv
ακουμπιστά με μεγάλη ορμή χωρίς σύγκρουση
“Αυτή η μπαλιά πέρασε ξυστά από δίπλα μου!”
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξυστό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1148 · 10 Αυγούστου 2024
Previous word
#1147 · όμορά
Next word
#1149 · αλέκε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
skim
English