WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ξυστώ

verb

ξυστώΞύνω/ξύνω κάτι, δηλ. το τρίβω ή το γρατζουνάω για να καθαρίσει ή να λειανθεί.

Daily Puzzle #454 · 16 Σεπτεμβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα