Ετυμολογίαξόρκι < μεσαιωνική ελληνική ξόρκι < εξόρκιν < εξορκίζω (αναδρομικός σχηματισμός)
- η λέξη ή φράση, κατανοητή συνήθως, που θεωρείται ότι διώχνει το κακό πνεύμα
“※ Σταυροκοπιοῦνται μέ τρομάρα πολλή, ἀρχινάει τά ξόρκια ὁ παπᾶς, καί τό σκυλί γένεται ἄνεμος κ' ἔσβυσε, γένεται μπουχός κ' ἐχάθη. (Κωστής Πασσαγιάννης, Βρυκόλακας, Παρνασσός Φιλολογικό Περιοδικό, τόμο”
Τύποιξόρκι(singular, nominative) · ξόρκια(nominative, plural) · ξορκιού(genitive, singular) · ξορκιών(genitive, plural) · ξόρκι(accusative, singular) · ξόρκια(accusative, plural) · ξόρκι(singular, vocative) · ξόρκια(vocative, plural) · ξόρκι(neuter)