o.ðiˈɣo
Ετυμολογίαοδηγώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁδηγῶ, συνηρημένος τύπος του ὁδηγέω < ὁδηγός
:* για τις σύγχρονες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conduire, guider
:* για τη σημασία «προπορεύομαι» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική lead
- χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα
“από τότε που ήταν μικρός ονειρευόταν να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα”
“οδηγάει σαν τρελός!”
- δείχνω το δρόμο σε κάποιον
“τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού”
- υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον
“με το λόγο και τα έργα του οδηγούσε τους νεώτερους στην αρετή”
- χρησιμεύω σαν ένδειξη για να βρει κάποιος κάτι
“τα αποτυπώματα οδήγησαν στο δράστη”
- κάνω κάποιον να πράξει κάτι συγκεκριμένο
“ο χωρισμός τον οδήγησε στην τρέλα”
“οδηγούμαι σε αδιέξοδο, δεν ξέρω τι να αποφασίσω”
- καταλήγω κάπου
“το μονοπάτι οδηγεί σε ένα μεγάλο ξέφωτο”
- έχω ως αποτέλεσμα
“οι μειωμένες βροχοπτώσεις οδηγούν στη λειψυδρία”
“(για πρόσωπα) προπορεύομαι, είμαι μπροστά σε μια ομάδα”
“ο δρομέας Χ οδηγεί την κούρσα”
Τύποιοδήγησα(aorist) · οδηγούμαι(passive) · οδηγήθηκα(passive, aorist) · οδηγημένος(passive, participle)