Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΔΙΚΌ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οδικό
5 letters
·
Ελληνικά
adjective
οδικό
—
Σχετικός με τον δρόμο ή το οδικό δίκτυο (π.χ. οδικό έργο, οδική ασφάλεια).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του οδικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οδικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 19
#127 · 15 Αυγούστου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 25
#126 · 14 Αυγούστου 2026
Octordle
Πλέγμα 2
#80 · 29 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 26
#47 · 27 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 2
#34 · 14 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1737 · 22 Μαρτίου 2026
Previous word
#1736 · βάλτο
Next word
#1738 · οχυρό
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις