WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

οδικό

adjective

οδικόΣχετικός με τον δρόμο ή το οδικό δίκτυο (π.χ. οδικό έργο, οδική ασφάλεια).

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 26 #47 · 27 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 2 #34 · 14 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1737 · 22 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα