WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

οδικό

επίθετο

οδικόΣχετικός με τον δρόμο ή το οδικό δίκτυο (π.χ. οδικό έργο, οδική ασφάλεια).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1737 · 22 Μαρτίου 2026
·Archive
No comments yet