Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΔΙΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οδικό
adjective
οδικό
—
Σχετικός με τον δρόμο ή το οδικό δίκτυο (π.χ. οδικό έργο, οδική ασφάλεια).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του οδικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οδικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Duotrigordle
Πλέγμα 26
#47 · 27 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 2
#34 · 14 Μαΐου 2026
Daily Puzzle
#1737 · 22 Μαρτίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις