Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΚΝΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οκνού
οκνού
—
γενική ενικού του οκνός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του οκνός
genitive, singular
γενική ενικού του οκνό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1001 · 16 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις