Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ολίγη
ολίγη
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολίγος
Wiktionary →
Dictionary
oˈli.ʝi
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολίγος
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#146 · 12 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment