Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΛΙΓΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ολίγο
adverb
ολίγο
—
«Ολίγο» σημαίνει «λίγο», σε μικρή ποσότητα ή για λίγο χρόνο.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, masculine, singular
αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ολίγος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ολίγος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#699 · 19 Μαΐου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις