WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ολίγο

adverb

ολίγο«Ολίγο» σημαίνει «λίγο», σε μικρή ποσότητα ή για λίγο χρόνο.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #699 · 19 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα