Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΛΙΚΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ολικά
adverb
ολικά
—
Εντελώς, πλήρως· σε απόλυτο βαθμό.
Λεξικό
Ετυμολογία
ολικά < ολικός
adv
κατά τρόπο ολικό
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ολικό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#637 · 18 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις