Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΛΙΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ολικό
adjective
ολικό
—
Που είναι πλήρης και αφορά το σύνολο, χωρίς να λείπει τίποτα.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ολικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ολικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#906 · 12 Δεκεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις