Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΛΚΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ολκής
ολκής
—
γενική ενικού του ολκή
Βικιλεξικό →
Λεξικό
olˈcis
noun
γενική ενικού του ολκή
“παλιότερη γραφή: ὁλκῆς”
Τύποι
ολκής
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#869 · 5 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις