Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΞΙΚΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οξική
adjective
οξική
—
Που σχετίζεται με το ξίδι ή το οξικό οξύ (π.χ. οξική μυρωδιά).
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#45 · 3 Αυγούστου 2021
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις