Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΞΙΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οξικό
adjective
οξικό
—
Που σχετίζεται με το ξίδι, ειδικά με το οξικό οξύ (π.χ. οξικό οξύ).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του οξικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οξικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#47 · 5 Αυγούστου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις