WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

οξικό

adjective

οξικόΠου σχετίζεται με το ξίδι, ειδικά με το οξικό οξύ (π.χ. οξικό οξύ).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #47 · 5 Αυγούστου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα