Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΠΤΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οπτών
οπτών
—
γενική πληθυντικού του οπτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του οπτό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#210 · 15 Ιανουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις