Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
οπότε
οπότε
—
και άρα, και επομένως
Wiktionary →
Dictionary
oˈpo.te
Origin
οπότε < αρχαία ελληνική ὁπότε
conj
και άρα, και επομένως
“Δουλεύω αύριο, οπότε δεν μπορώ να έρθω.”
τότε, σε εκείνο το χρονικό διάστημα
“Το τάγμα αναπτύχθηκε κατά τον 8ο αι., οπότε και κτίσθηκε ένας νέος ναός.”
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Duotrigordle
Board 22
#18 · 28 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#510 · 11 Νοεμβρίου 2022
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
This word in other languages
2
so
English
niisiis
Estonian