A word examined

οργιά

5 letters·Ελληνικά

οργιάη μονάδα μήκους που ισούται με έξι πόδια, όσο περίπου είναι το άνοιγμα των τεντωμένων χεριών ενός άνδρα

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα