WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ορμές

ουσιαστικό

ορμέςΠληθυντικός του «ορμή»: ξαφνική δυνατή παρόρμηση ή ώθηση να κάνεις κάτι.

Daily Puzzle #1042 · 26 Απριλίου 2024
·Archive
No comments yet