osˈfis
Originοσφύς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀσφῦς < αρχαία ελληνική ὀσφῦς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃ésth₁ (οστό).
- formalη μέση· η περιοχή της ράχης μεταξύ του θώρακα και των γλουτών· αντιστοιχεί στην οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης
Formsοσφύς(singular, nominative) · οσφύες(nominative, plural) · οσφύος(genitive, singular) · οσφύων(genitive, plural) · οσφύ(accusative, singular) · οσφύς(accusative, plural) · οσφύ(singular, vocative) · οσφύες(vocative, plural) · -ύος(feminine)