Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΥΓΚΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ουγκώ
ουγκώ
—
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο),
Λεξικό
Ετυμολογία
Ουγκώ < (άμεσο δάνειο) γαλλική Hugo
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο),
Τύποι
Ουγκώ
(masculine, feminine)
·
Ougko
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1273 · 13 Δεκεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις