Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΥΡΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ουρεί
verb
ουρεί
—
Ουρεί: κάνει ούρα, κατουράει.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#716 · 5 Ιουνίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις