WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ουρών

5 letters·Ελληνικά
noun

ουρών—Γενική πληθυντικού του «ουρός»: των ούρων, δηλ. του υγρού αποβλήτου που παράγουν τα νεφρά.

Sedecordle Πλέγμα 5 #100 · 19 Ιουλίου 2026
Octordle Πλέγμα 4 #97 · 16 Ιουλίου 2026
Daily Puzzle #1020 · 4 Απριλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα