Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΥΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ουρών
noun
ουρών
—
Γενική πληθυντικού του «ουρός»: των ούρων, δηλ. του υγρού αποβλήτου που παράγουν τα νεφρά.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1020 · 4 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις