o.çiˈɾo
Originοχυρό < μεσαιωνική ελληνική ὀχυρόν < αρχαία ελληνική ὀχυρά, ουδέτερο του ὀχυρός
- οχυρωμένο φρούριο ή θέση, απ’ όπου αμύνονται οι αμυνόμενοι
“※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν” — Νίκας Γιώργος. Υστεροβυζαντινό οχυρό στη Καλλιθέα (Ζαραφώνα), Λακωνίας, [διπλωματική εργασία], Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα 2017.
- figurativelyοποιοσδήποτε ή οτιδήποτε αντιστέκεται σθεναρά σε κάτι
- accusative, singularαιτιατική ενικού του οχυρός
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του οχυρός
Formsοχυρό(singular, nominative) · οχυρά(nominative, plural) · οχυρού(genitive, singular) · οχυρών(genitive, plural) · οχυρό(accusative, singular) · οχυρά(accusative, plural) · οχυρό(singular, vocative) · οχυρά(vocative, plural) · οχυρό(neuter)