WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

οχυρό

noun

οχυρόΟχυρό είναι ισχυρά οχυρωμένο στρατιωτικό έργο/θέση για άμυνα.

Βικιλεξικό →
Duotrigordle Πλέγμα 32 #51 · 31 Μαΐου 2026
Speed Streak #51 · 31 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 30 #37 · 17 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 15 #32 · 12 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 24 #19 · 29 Απριλίου 2026
Octordle Πλέγμα 1 #16 · 26 Απριλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 18 #2 · 12 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1738 · 23 Μαρτίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα