Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΥΛΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ούλου
ούλου
—
γενική ενικού του ούλο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈu.lu
noun
γενική ενικού του ούλο
adj
idiomatic
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του ούλος
Τύποι
ούλου
(neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1076 · 30 Μαΐου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις