OriginΠάνας < Παν < πάομαι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα πα-
- όνομα αρχαίας ελληνικής θεότητας και μυθολογικού ήρωα, η λατρεία του οποίου ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ελλάδα
“η λατρεία του Πάνα ξεκίνησε πιθανόν από τους βοσκούς της Αρκαδίας”
- ο πρώτος σε απόσταση φυσικός δορυφόρος του Κρόνου
- genitive, singularγενική ενικού του πάνα
FormsΠάνας(neuter)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0