ˈpa.nel
Ετυμολογίαπάνελ < (λόγιο δάνειο) αγγλική panel
- ομάδα ανθρώπων που είναι (ή θεωρούνται) ειδήμονες σε κάποιο θέμα κι έχουν κληθεί για να μιλήσουν σε μια δημόσια συζήτηση (π.χ. τηλεοπτική, συνεδριακή κ.λπ.) για αυτό
- figurativelyη συζήτηση που διεξάγεται από τα μέλη της παραπάνω ομάδας
“※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντ” — 2002 Κωνσταντίνος Ακριβόπουλος, «Εβλαψε το Βυζάντιο την αρχαιότητα;», 16. 6. 2002, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, πρόσβαση: 27. 8. 2025
- λεπτή πλάκα από διάφορα υλικά (γυαλί, μέταλλο, ξύλο, παζλ από πηχάκια), που καλύπτει μια επιφάνεια (συνήθως με παράθεση πολλών όμοιων πλακών) και χρησιμοποιείται για ποικίλες εφαρμογές
“※ ηλιακά πάνελ που τοποθετούνται στην οροφή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/9/2010)”
“※ ηλιακή ενέργεια από φωτοβολταϊκά πάνελ (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 11/9/2010)”
Τύποιπάνελ(invariable, neuter)