ˈpan.da
Originπάντα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)
- πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
“πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο”
- πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
“να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε”
- πλευρά, άλλη μορφή του μπάντα
- idiomaticμικρού μεγέθους ταπετσαρία τοίχου από ύφασμα, μπάντα
- είδος αρκούδας που ζει στην Κίνα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παν
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πάντας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πάντας
Formsπάντα(adverb) · πάντα(feminine) · πάντα(invariable, neuter) · πάντα(neuter) · Πάντα(invariable, feminine) · Панта(transliteration, Cyrillic) · Пада(transliteration, Cyrillic) · Panta(transliteration, Latin) · Panda(transliteration, Latin) · Pada(transliteration, Latin) · Πάντα(masculine)