πάρις—ανδρικό όνομα Πάρης
Πάρις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Πάρις < πιθανόν λουβική 𒉺𒊑𒍣𒋾𒅖 (Parizitis) > προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή