Ετυμολογίαπάρτη < ιταλική parte
- εαυτός
- especiallyπροσωπικά συμφέροντα
“※ Συλλογικά, η συμπεριφορά μας μοιάζει με αυτήν του κτηνοτρόφου: νοιαστήκαμε μόνο για την πάρτη μας, υπερβοσκήσαμε το κοινό λιβάδι - τα δημόσια οικονομικά, υπό την ευρεία έννοια -, και φυσικά δεν προκ”
“※ Όλα τα παραπάνω με μικρές δόσεις ιδεολογίας από μεριάς των εµπλεκοµένων και τεράστιες ποσότητες “προσωπικού συµφέροντος”… για το κόμμα, τον αρχηγό μεν, αλλά κυρίως δε για την εξυπηρέτηση της πάρτης ”
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιπάρτη(feminine) · Πάρτη(masculine, feminine) · Parti(transliteration, Latin)