Ετυμολογίαπέλμα < αρχαία ελληνική πέλμα
- το κάτω μέρος του ποδιού, η πατούσα
- κομμάτι από δέρμα ή άλλο υλικό που έχει το σχήμα του πέλματος και φοριέται μέσα στο παπούτσι ανάμεσα στο πόδι και τη σόλα
- η κάτω επιφάνεια αντικειμένου που ακουμπάει στη γη
“το τμήμα της σόλας που ακουμπά στο έδαφος”
“το τμήμα της επιφάνειας των ελαστικών των οχημάτων που ακουμπάει στο έδαφος όταν κινείται”
“το κάτω μέρος θεμελίου ή άλλου είδους στατικού στηρίγματος με πλατιά βάση”
Τύποιπέλμα(singular, nominative) · πέλματα(nominative, plural) · πέλματος(genitive, singular) · πελμάτων(genitive, plural) · πέλμα(accusative, singular) · πέλματα(accusative, plural) · πέλμα(singular, vocative) · πέλματα(vocative, plural) · πέλμα(neuter)