Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πέμψω
πέμψω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
θα πέμψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέμπω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#1174 · 5 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment