Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΕΜΨΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πέμψω
πέμψω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
θα πέμψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πέμπω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1174 · 5 Σεπτεμβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις