Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΕΝΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πένες
πένες
—
είδος ζυμαρικού
Λεξικό
Ετυμολογία
πένες < (άμεσο δάνειο) ιταλική penna (φτερό)
noun
είδος ζυμαρικού
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πένα
Τύποι
πένες
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#77 · 4 Σεπτεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις