ΕτυμολογίαΠέστε < → λείπει η ετυμολογία
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πέφτω
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λέω (και πείτε)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
ΤύποιΠέστε(masculine, feminine) · Peste(transliteration, Latin)