Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΕΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πέτου
πέτου
—
γενική ενικού του πέτο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Πέτου < γενική ενικού του αρσενικού Πέτος
noun
genitive, singular
γενική ενικού του πέτο
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
πέτου
(neuter)
·
Πέτου
(feminine)
·
Πέτος
(masculine)
·
Petou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1337 · 15 Φεβρουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις