WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πήξτε

ρήμα

πήξτεΠροστακτική του «πήζω»: κάντε κάτι να πήξει/να στερεοποιηθεί (π.χ. γάλα, σάλτσα).

Wiktionary →
Daily Puzzle #889 · 25 Νοεμβρίου 2023
·Archive
No comments yet