Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΙΕΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πίεσε
πίεσε
—
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πιέζω
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος πιέζω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1772 · 26 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 28
#12 · 22 Απριλίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις