Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΙΝΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
πίνει
verb
πίνει
—
Ρήμα: (αυτός/αυτή/αυτό) καταναλώνει υγρό, συνήθως νερό ή ποτό.
Λεξικό
/ˈpi.ni/
verb
form-of, present, singular, third-person
third-person singular present of πίνω (píno)
Τύποι
pínei
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1010 · 25 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις