Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΠΙΞΕΛ
A WORD EXAMINED
πίξελ
noun — a portrait in meaning space
noun
πίξελ
—
το εικονοστοιχείο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
πίξελ < (μεταγραφή) αγγλική pixel
noun
το εικονοστοιχείο
Τύποι
πίξελ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις