WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πίστη

noun

πίστηΕμπιστοσύνη ή πεποίθηση σε κάποιον ή κάτι· πίστη σε ιδέες ή θρησκεία.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1509 · 6 Αυγούστου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα