ˈpi.t͡sa
Ετυμολογίαπίτσα < ναπολιτάνικη pizza < μεσαιωνική λατινική piz(z)a# παλαιά άνω γερμανικά bizzo < πρωτογερμανική *bitô
# υστερολατινικά picea, θηλυκό του piceus < λατινικά pix
# μεσαιωνική ελληνική πίτα / πίττα
- στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθυμείται, το οποίο ψήνεται στο φούρνο
- diminutiveγυναικείο όνομα
“※ Ποια ήταν όμως η Πίτσα Μπουρνόζου; Γεννημένη (ως Καλλιόπη) στις 23 Φεβρουαρίου 1945 (δεύτερη στη σειρά ανάμεσα σε τέσσερα κορίτσια) από μικρή έδειξε το ταλέντο της (Ηλίας Τάσκου, «Πίτσα Μπουρνόζου: ”
Τύποιπίτσα(singular, nominative) · πίτσες(nominative, plural) · πίτσας(genitive, singular) · πίτσα(accusative, singular) · πίτσες(accusative, plural) · πίτσα(singular, vocative) · πίτσες(vocative, plural) · πίτσα(feminine) · Πίτσα(singular, nominative) · Πίτσες(nominative, plural) · Πίτσας(genitive, singular) · Πίτσα(accusative, singular) · Πίτσες(accusative, plural) · Πίτσα(singular, vocative) · Πίτσες(vocative, plural) · Πίτσα(feminine)